ἐρίθυλος

ἐρίθυλος, ,
A = ἐρίθακος, Sch.Ar.V.922.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερίθυλος — ἐρίθυλος, ὁ (Α) ο ερίθακος. [ΕΤΥΜΟΛ. Παράλληλος τ. τού ερίθακος*] …   Dictionary of Greek

  • ἐρίθυλος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερίθακος — ἐρίθακος, ὁ (AM) Ι. ωδικό πτηνό που μαθαίνει να ψελλίζει λέξεις όπως ο παπαγάλος ονομάζεται και εριθεύς, ερίθυλος, φοινίκουρος (κν. πετρίτης) 2. παροιμ. «οὐ τρέφει μία λόχμη δύο ἐριθάκους» γι’ αυτούς που προσπαθούν να κερδίσουν από μικρά πράγματα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.